αρχαιρεσία


αρχαιρεσία
η (Α ἀρχαιρεσία, η και ἀρχαιρέσια, τα)
συνήθ. στον πληθ.
1. η εκλογή αρχόντων
2. η συνέλευση για εκλογή αρχών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ-* + αίρεσις.
ΠΑΡ. αρχ. αρχαιρεσιάζω].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀρχαιρεσία — ἀρχαιρεσίᾱ , ἀρχαιρεσία election of magistrates fem nom/voc/acc dual ἀρχαιρεσίᾱ , ἀρχαιρεσία election of magistrates fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρχαιρεσία, η — και συνηθέστ. στον πληθ. αρχαιρεσίες οι εκλογές για την ανάδειξη προεδρείου ή διοικητικού συμβουλίου σε κάποιο οργανωμένο σώμα (βουλή, συνδικάτο, οργανισμό κτλ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀρχαιρέσια — comitia neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχαιρεσίᾳ — ἀρχαιρεσίαι , ἀρχαιρεσία election of magistrates fem nom/voc pl ἀρχαιρεσίᾱͅ , ἀρχαιρεσία election of magistrates fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχαιρεσίας — ἀρχαιρεσίᾱς , ἀρχαιρεσία election of magistrates fem acc pl ἀρχαιρεσίᾱς , ἀρχαιρεσία election of magistrates fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχαιρεσίαι — ἀρχαιρεσία election of magistrates fem nom/voc pl ἀρχαιρεσίᾱͅ , ἀρχαιρεσία election of magistrates fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχαιρεσιάσας — ἀρχαιρεσιά̱σᾱς , ἀρχαιρεσιάζω hold an assembly for the election of magistrates fut part act fem acc pl (doric) ἀρχαιρεσιά̱σᾱς , ἀρχαιρεσιάζω hold an assembly for the election of magistrates fut part act fem gen sg (doric) ἀρχαιρεσιάσᾱς ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχαιρεσίαν — ἀρχαιρεσίᾱν , ἀρχαιρεσία election of magistrates fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχαιρεσιάσαι — ἀρχαιρεσιά̱σᾱͅ , ἀρχαιρεσιάζω hold an assembly for the election of magistrates fut part act fem dat sg (doric) ἀρχαιρεσιάζω hold an assembly for the election of magistrates aor inf act ἀρχαιρεσιάσαῑ , ἀρχαιρεσιάζω hold an assembly for the… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρχαιρεσιῶν — ἀρχαιρεσία election of magistrates fem gen pl ἀρχαιρεσιάζω hold an assembly for the election of magistrates fut part act masc voc sg ἀρχαιρεσιάζω hold an assembly for the election of magistrates fut part act neut nom/voc/acc sg ἀρχαιρεσιάζω hold… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.